top of page

Σκωληκοειδίτιδα

 

  Η οξεία σκωληκοειδίτιδα είναι φλεγμονή της σκωληκοειδούς απόφυσης, μίας μικρής προσεκβολής του παχέος εντέρου. Ένα υπολειμματικό όργανο που μετά την γέννηση δεν φαίνεται να έχει κάποιο ρόλο. Η φλεγμονή προκαλείται συνήθως από κάποιο κοπρόλιθο που αποφράσσει τον αυλό της και οδηγεί στην ανάπτυξη μικροβίων στο εγκλωβισμένο τμήμα της, ενώ αρκετές φορές δεν αναγνωρίζεται το ακριβές αίτιο της φλεγμονής.

  Συνήθως εκδηλώνεται με κοιλιακό άλγος (ιδίως στην κάτω δεξιά κοιλία), το οποίο ξεκινάει γύρω από τον ομφαλό και σταδιακά μετακινείται προς τα κάτω και δεξιά, με ανορεξία, ναυτία και/ή εμέτους, διάρροιες και πυρετό (ή δεκατική πυρετική κίνηση).

  Η αντιμετώπιση της οξείας σκωληκοειδίτιδας περιλαμβάνει την αφαίρεση του οργάνου, η οποία ως επί το πλείστον διενεργείται λαπαροσκοπικά, μέσα από 3 μικρές τρύπες από τις οποίες εισέρχονται τα εργαλεία. Η λαπαροσκοπική μέθοδος προσφέρει λιγότερο άλγος μετεγχειρητικά, ταχύτερη ανάρρωση και επάνοδο στην καθημερινότητα.

Εκκολπώματα - Εκκολπωμάτωση - Εκκολπωματίτιδα

Εκκολπωμάτωση

   Είναι η παρουσία εκκολπωμάτων στο παχύ έντερο, μικρών προσεκβολών σαν μικρές φυσαλίδες. Συνήθως εμφανίζονται στο τμήμα του παχέος εντέρου που ονομάζεται σιγμοειδές (αριστερή κάτω κοιλία), αλλά μπορούν να εμφανιστούν σε ολόκληρο το παχύ έντερο.

   Κύριοι παράγοντες κινδύνου είναι η δυσκοιλιότητα και η δίαιτα πτωχή σε φυτικές ίνες, τα οποία αναγκάζουν το έντερο να συσπάται πιο έντονα για να προωθήσει τα κόπρανα. Η αυξημένη πίεση "βρίσκει διέξοδο" μέσα από τα πιο μαλακά τμήματα του τοιχώματος του εντέρου και δημιουργούνται τα εκκολπώματα.

  Τα εκκολπώματα εκδηλώνονται με 3 κυρίως τρόπους: 1) φλεγμονή (εκκολπωματίτιδα), 2) αιμορραγία, ή 3) ασυμπτωματικά.

Εκκολπωματίτιδα

   Εκκολπωματίτιδα είναι η φλεγμονή των εκκολπωμάτων. Εμφανίζεται στο 10-25% των ανθρώπων που έχουν εκκολπώματα και συνήθως οφείλεται σε απόφραξη από τροφές και υπολείμματα (ειδικά μικρά άπεπτα τμήματα όπως σπόροι, σουσάμι, ξηροί καρποί), τα οποία οδηγούν σε ρήξη. Με την ρήξη, τα μικρόβια του εντέρου βγαίνουν προς τα έξω και δημιουργούν φλεγμονή, με πυρετό και κοιλιακό άλγος. Αναλόγως της βαρύτητας της φλεγμονής, η αντιμετώπιση μπορεί να είναι από απλή δίαιτα και αντιβιοτική αγωγή, έως και χειρουργική με εντερεκτομή.

Αιμορραγία:

   Η αιμορραγία από τα εκκολπώματα δεν είναι πολύ συχνή και εμφανίζεται συνήθως σε άτομα μεγαλύτερης ηλικίας. Από φλεγμονή των εκκολπωμάτων διαβρώνονται τα αγγεία και προκαλείται η αιμορραγία, η οποία εκδηλώνεται με έξοδο αίματος από τον πρωκτό, συνήθως πιο σκούρου χρώματος - βυσσινί (βυσσινόχροες κενώσεις). Στο μεγαλύτερο ποσοστό η αιμορραγία σταματάει αυτόματα, απαιτείται όμως νοσηλεία και παρακολούθηση, καθώς η αιμορραγία μπορεί να είναι μεγάλη και απαιτεί επαγρύπνιση. Περίπου 20% των ασθενών μπορεί να χρειαστεί κάποια χειρουργική παρέμβαση.

Καρκίνος παχέος εντέρου

  Ο καρκίνος του παχέος εντέρου (παχύ έντερο και ορθό) είναι ο 4ος συχνότερος καρκίνος, τόσο στους άνδρες, όσο και στις γυναίκες, αντιπροσωπεύοντας περίπου το 10% του συνόλου των κακοηθειών.

   Σημαντικοί παράγοντες κινδύνου είναι η κληρονομικότητα, η δίαιτα πλούσια σε ζωικά λίπη και πτωχή σε φυτικές ίνες, το κάπνισμα, τα ιδιοπαθή φλεγμονώδη νοσήματα του εντέρου (ελκώδης κολίτιδα και νόσος του Crohn), η έλλειψη φυσικής άσκησης κ.α.

  Κλινικά ο καρκίνος του παχέος εντέρου μπορεί να είναι ασυμπτωματικός, ή να εμφανιστεί με αιμορραγία (ζωηρό κόκκινο ή βυσσινί χρώμα), αλλαγές στις συνήθειες του εντέρου (δυσκοιλιότητα, ή εναλλαγές δυσκοιλότητας και διαρροιών), ψηλαφητή μάζα στην κοιλιά, ή απώλεια βάρους. Σε ορισμένες περιπτώσεις μπορεί να εμφανιστούν συμπτώματα ειλεού λόγω απόφραξης του αυλού του εντέρου.

  Η πρόληψη περιλαμβάνει την διενέργεια κολονοσκόπησης από την ηλικία των 50 ετών και κάθε 5 έτη. Σε περίπτωση θετικού οικογενειακού ιστορικού, η κολονοσκόπηση ξεκινάει από τα 40 ή 10 έτη νωρίτερα από την ηλικία εμφάνισης καρκίνου στον συγγενή.

  Η θεραπεία στα αρχικά στάδια περιλαμβάνει χειρουργική εκτομή του πάσχοντος τμήματος με τους αντίστοιχους λεμφαδένες για την σταδιοποίηση, ενώ στα πιο προχωρημένα στάδια προηγείται εισαγωγική χημειοθεραπεία (neoadjuvant) και ακολουθεί το χειρουργείο μετά από 6-8 εβδομάδες. Μετά το πέρας της επέμβασης, χορηγείται συμπληρωματική χημειοθεραπεία (adjuvant) για να ολοκληρωθεί το θεραπευτικό σχήμα.

bottom of page