Θυρεοειδής αδένας
Ένας μικρός αδένας στον τράχηλο, σε σχήμα Η, υπεύθυνος για τον μεταβολισμό του ιωδίου και την παραγωγή των θυρεοειδικών ορμονών (τριωδοθυρονίνη και θυροξίνη), με πολυάριθμες δράσεις σε όλον τον οργανισμό. Οι κυριότερες χειρουργικές παθήσεις του αδένα, είναι οι εξής:
Οζώδης βρογχοκήλη
Βρογχοκήλη είναι η διόγκωση του αδένα, ενώ η οζώδης βρογχοκήλη είναι η διόγκωση με παρουσία όζων (ένας ή πολλαπλοί). Συνήθως η βρογχοκήλη είναι ασυμπτωματική, αλλά μεγαλύτερες μπορεί να προκαλέσουν πιεστικά φαινόμενα, είτε της τραχείας (δύσπνοια, βήχας), είτε του οισοφάγου (δυσκολία στην σίτιση). Πιο σπάνια μπορεί να πιέζει τις φλέβες του τραχήλου προκαλώντας πρήξιμο στο πρόσωπο και τον τράχηλο. Συχνά δημιουργεί αισθητικό πρόβλημα.
Η θεραπεία συνήθως περιλαμβάνει την χορήγηση θυρεοειδικών ορμονών, η οποία αδρανοποιεί τον αδένα και οδηγεί σε σμίκρυνση της βρογχοκήλης. Χειρουργική θεραπεία ενδείκνυται όταν υπάρχουν πιεστικά φαινόμενα, υποψία για κακοήθεια (καρκίνος), αισθητικό πρόβλημα, ή συνεχιζόμενη αύξηση του μεγέθους του αδένα, παρά την χορήγηση ορμονών.
Τοξική πολυοζώδης βρογχοκήλη
Η τοξική πολυοζώδης βρογχοκήλη (ΠΟΒ), ή νόσος του Plummer, βρογχοκήλη με πολλούς όζους και εικόνα υπερθυρεοειδισμού: δυσανεξία στην ζέστη, εφίδρωση, απώλεια βάρους, ταχυκαρδίες, νευρικότητα, υπερκινητικότητα - τρόμος, αυξημένη λειτουργία του γαστρεντερικού (πολλές κενώσεις ή και διάρροιες), αυξημένη αρτηριακή πίεση, εμφάνιση κολπικής μαρμαρυγής, κ.ά.
Η θεραπεία περιλαμβάνει την χορήγηση φαρμακευτικής αγωγής, ώστε τα επίπεδα των ορμονών να επανέλθουν στα φυσιολογικά και ακολούθως θυρεοειδεκτομή.
Τοξικό αδένωμα
Το τοξικό αδένωμα αποτελεί έναν μονήρη όζο του θυρεοειδούς, που υπερπαράγει θυρεοειδικές ορμόνες, οδηγώντας σε υπερθυρεοειδισμό. Συνήθως δεν υποκρύπτει κακοήθεια. Θεραπευτικά μπορεί να γίνει καυτηριασμός με ραδιενεργό ιώδιο στους μικρούς όζους, ή θυρεοειδεκτομή σε μεγαλύτερους.
Καρκίνος θυρεοειδούς
Ο καρκίνος του θυρεοειδούς αποτελεί περίπου 1% των νεοπλασιών. Οι συχνότερες μορφές είναι οι εξής:
1. Θηλώδες καρκίνωμα: ~80% των περιπτώσεων, με διπλάσια συχνότητα στις γυναίκες, και αργή ανάπτυξη. Έχει καλή πρόγνωση και η αντιμετώπιση περιλαμβάνει ολική θυρεοειδεκτομή, και λεμφαδενικό καθαρισμό εάν συνυπάρχει λεμφαδενοπάθεια στον τράχηλο, ή ο όγκος είναι πολύ μεγάλος σε μέγεθος.
2. Θυλακιώδες καρκίνωμα: ~10% των περιπτώσεων, με τριπλάσια συχνότητα στις γυναίκες. Συνήθως εκδηλώνεται με απότομη αύξηση όζου που προϋπήρχε. Αρκετά συχνά υπάρχει δυσκολία στον διαχωρισμό θυλακιώδους καρκινώματος (κακοήθεια), από θυλακιώδη νεοπλασία (μπορεί να είναι καλοήθης βλάβη). Όγκοι μεγαλύτεροι από 4 εκ. έχουν την τάση να είναι κακοήθεις, αλλά η επιβεβαίωση θα γίνει με την ιστολογική εξέταση. Η αντιμετώπιση περιλαμβάνει ολική θυρεοειδεκτομή ή λοβεκτομή (αφαίρεση του μισού αδένα) και ολοκλήρωση της ολικής θυρεοειδεκτομής εάν επιβεβαιωθεί καρκίνος.
3. Μυελοειδές καρκίνωμα: ~5% των περιπτώσεων κακοήθειας, ενώ το 25% είναι κληρονομικό. Υπάρχει η τάση διήθησης των γύρω ιστών, προκαλώντας δύσπνοια, δυσκολία στην σίτιση, ή την φώνηση. Στις μισές περιπτώσεις υπάρχουν βλάβες και στους δύο λοβούς του αδένα. Η θεραπεία περιλαμβάνει ολική θυρεοειδεκτομή.
4. Αναπλαστικό καρκίνωμα: Περίπου 1% των περιπτώσεων, με διηθητική τάση και αυξημένη επιθετικότητα.
Επιπλοκές θυρεοειδεκτομής
1. Υποθυρεοειδισμός: Μετά την θυρεοειδεκτομή και ιδίως την ολική, απαιτείται υποκατάσταση με χορήγηση θυρεοειδικών ορμονών από στόματος.
2. Ορώδης συλλογή: συχνά μπορεί να εμφανιστεί συλλογή ορώδους υγρού, καθαρού - αντιδραστικού. Συνήθως δεν απαιτεί παρέμβαση και απορροφάται αυτόματα. Επί επιμονής μπορεί να γίνει παρακέντηση.
3. Τραυματισμός των παλίνδρομων λαρυγγικών νεύρων: η πιο σοβαρή επιπλοκή, με συχνότητα όμως μικρότερη του 1%. Ο τραυματισμός συχνότερα είναι προσωρινός, από χειρισμούς κατά την επέμβαση και σπάνια μόνιμος από διατομή του νεύρου. Εάν τραυματιστεί το 1 νεύρο, προκαλείται βράγχος φωνής, ενώ εάν επηρεαστούν και τα 2 μπορεί να έχουμε αφωνία ή και δύσπνοια με ανάγκη για τραχειοστομία (πολύ σπάνια επιπλοκή).
4. Υποπαραθυρεοειδισμός - υποασβεστιαιμία: από τις πλέον συχνές επιπλοκές. Πίσω από τον θυρεοειδή βρίσκονται 4 πολύ μικροί αδένες (μέγεθος φακής) που ονομάζονται παραθυρεοειδείς και ρυθμίζουν τα επίπεδα ασβεστίου στο αίμα. Μπορεί κατά την επέμβαση να αφαιρεθούν, ή να αδρανίσουν, με αποτέλεσμα την μείωση του ασβεστίου του αίματος. Κλινικά εκδηλώνεται με αιμωδίες στα δάκτυλα και τα χείλη, ενώ σε σοβαρές περιπτώσεις (πολύ σπάνια) μπορεί να εμφανιστούν σπασμοί και τετανία. Αντιμετωπίζεται με την χορήγηση ασβεστίου από το στόμα.
5. Αιμορραγία: σπάνια επιπλοκή, λιγότερο από 0.5%, καθώς γίνεται επιμελής αιμόσταση (έλεγχος της αιμορραγίας) μετά την αφαίρεση του θυρεοειδούς. Συνήθως τοποθετείται παροχέτευση για 24 ώρες προληπτικά, ώστε σε μικρές αιμορραγίες να βγαίνει το αίμα προς τα έξω. Σε πολύ σπάνιες περιπτώσεις μεγάλης αιμορραγίας μπορεί να απαιτηθεί επανεπέμβαση.
Νευροπαρακολούθηση - νευροδιεγέρτης
Είναι πάγια τακτική να χρησιμοποιείται νευροδιεγέρτης κατά την διάρκεια της θυρεοειδεκτομής, μίας ειδικής συσκευής που βοηθάει στην αναγνώριση των παλίνδρομων λαρυγγικών νεύρων, για να αποφευχθεί ο τραυματισμός τους, αλλά και να ελεγχθεί η καλή λειτουργία τους μετά το τέλος της επέμβασης.